Η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος

 

Ή Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος συνήλθε στη Νίκαια της Βιθυνίας από τις 24 Σεπτεμβρίου εως τις 13 ‘Οκτωβρίου 787, με πρωτοβουλία της αυτοκράτειρας Ειρήνης, η όποια ασκούσε χρέη άντιβασιλέως. ‘Υπό την προεδρία του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως αγίου Ταρασίου [25 Φεβρ.] συγκεντρώθηκαν τριακόσιοι πενήντα ορθόδοξοι επίσκοποι, και σε αυτούς προστέθηκαν άλλοι δεκαεπτά ιεράρχες, οι όποιοι άποκήρυξαν την αίρεση των εικονομάχων.


Πλάι στους αντιπροσώπους του Πάπα Ρώμης και των Πατριαρχών ‘Αντιοχείας και ‘Ιεροσολύμων, οι μοναχοί -οί όποιοι υπέφεραν δεινούς διωγμούς επί βασιλείας των είκονομάχων αυτοκρατόρων Λέοντος Γ’ Ίσαύρου (717-741) και Κωνσταντίνου Ε’ Κοπρωνύμου (741-775)— αποτελούσαν έντονη παρουσία• ήταν περίπου εκατόν τριάντα έξι.
Εφεξής, κάθε αίρεση δύναται και θα δύναται να αναχθεί σε μία από τις πλάνες πού άναθεμάτισε η ‘Εκκλησία στις οικουμενικές συνόδους, από την πρώτη (325) έως την έβδομη (787) έν Νικαία Σύνοδο.

Χριστός Ανέστη!

Αληθώς ανέστη!

 

Τεσσαρακοστή

                                                                                                           

Η έκφραση «Χριστός ανέστη!» (Ο Χριστός αναστήθηκε!) αποτελεί τον περισσότερο διαδεδομένο χαιρετισμό μεταξύ των Ορθόδοξων Χριστιανών που λέγεται από το Πάσχα, δηλαδή την εορτή της Ανάστασης του Χριστού, και για σαράντα ημέρες, δηλαδή μέχρι την απόδοση του Πάσχα, την Τετάρτη της παραμονής του εορτασμού της εορτής της Αναλήψεως. Η έκφραση αυτή που προέρχεται από ευαγγελική ρήση, αποτελεί και την αρχή του γνωστότερου αναστάσιμου τροπαρίου που λέγεται κατά την ίδια περίοδο:
Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας
και τοις εν τοις μνήμασιν, ζωήν χαρισάμενος