-Τι κάνει η μητέρα σου;

-Δεν είναι καλά, Γέροντα. Ανεβάζει κατά διαστήματα ψηλό πυρετό και τότε χάνεται. Το δέρμα της γεμίζει πληγές και τις νύχτες πονάει.

-Ξέρεις; Αυτοί είναι μάρτυρες αν δεν είναι ολόκληροι μάρτυρες, είναι μισοί.

-Και όλη η ζωή της, Γέροντα, ήταν μια ταλαιπωρία.

-Επομένως ο μισθός της θα είναι διπλός. Πόσα έχει να λάβει! Τον Παράδεισο τον έχει εξασφαλισμένο. Όταν ο Χριστός βλέπει ότι κάποιος αντέχει μια βαριά αρρώστια, του την δίνει, ώστε με την λίγη ταλαιπωρία στην επίγεια ζωή να ανταμειφθεί πολύ στην ουράνια, την αιώνια ζωή. Υποφέρει εδώ, αλλά θα ανταμειφθεί εκεί, στην άλλη ζωή, γιατί υπάρχει Παράδεισος, υπάρχει και ανταμοιβή. Σήμερα μου είπε μια νεφροπαθής που χρόνια τώρα κάνει αιμοκάθαρση: «Παππούλη, σταυρώστε, σας παρακαλώ, το χέρι μου. Οι φλέβες είναι όλο πληγές και δεν μπορώ να κάνω αιμοκάθαρση». «Αυτές οι πληγές, της είπα, στην άλλη ζωή θα είναι διαμάντια μεγαλύτερης αξίας από τα διαμάντια αυτού του κόσμου. Πόσα χρόνια κάνεις αιμοκάθαρση;» «Δώδεκα», μου λέει. «Δηλαδή δικαιούσαι ένα «εφάπαξ» και μία σύνταξη μειωμένη», της είπα. Μετά μου δείχνει μια πληγή στο άλλο χέρι και μου λέει: «Παππούλη, αυτή η πληγή δεν κλείνει φαίνεται το κόκαλο». «Ναι, αλλά από εκεί μέσα φαίνεται ο Ουρανός, της λέω. Άντε, καλή υπομονή. Εύχομαι ο Χριστός να σου αυξάνει την αγάπη Του, για να ξεχνιέται ο πόνος σου. Φυσικά υπάρχει και η άλλη ευχή, να εξαλειφθούν οι πόνοι, αλλά τότε εξαλείφεται και ο πολύ μισθός.
Επομένως, η προηγούμενη ευχή είναι καλύτερη». Παρηγορήθηκε η καημένη.

Όταν το σώμα δοκιμάζεται, τότε η ψυχή αγιάζεται. Με την αρρώστια πονάει το σώμα μας, το χωματόκτιστο αυτό σπίτι μας, αλλά έτσι θα αγάλλεται αιώνια ο νοικοκύρης του, η ψυχή μας, στο ουράνιο παλατάκι που μας ετοιμάζει ο Χριστός. Με αυτήν την πνευματική λογική, που είναι παράλογη για τους κοσμικούς, χαίρομαι και εγώ και καμαρώνω για τις σωματικές βλάβες που έχω. Το μόνο που δεν σκέφτομαι είναι ότι θα έχω ουράνια ανταμοιβή. Καταλαβαίνω ότι εξοφλώ την αχαριστία μου στον Θεό, αφού δεν έχω ανταποκριθεί στις μεγάλες Του δωρεές και ευεργεσίες. Γιατί στην ζωή μου όλα γλέντι είναι και η καλογερική και οι αρρώστιες που περνώ. Όλο φιλανθρωπίες μου κάνει ο Θεός και όλο οικονομίες. Ευχηθείτε όμως να μη με ξοφλάει με αυτά σ’ αυτήν την ζωή, γιατί τότε αλίμονό μου! Μεγάλη τιμή μου
έκανε ο Χριστός να υπέφερα ακόμη περισσότερο την αγάπη Του, αρκεί να με ενίσχυε, ώστε να αντέχω, και μισθό δεν θέλω.

Ο άνθρωπος, όταν είναι τελείως καλά στην υγεία του, δεν είναι καλά. Καλύτερα να έχει κάτι. Εγώ, όσο ωφελήθηκα από την αρρώστια, δεν ωφελήθηκα από όλη την άσκηση που είχα κάνει μέχρι τότε. Γι’ αυτό λέω, αν δεν έχει κανείς υποχρεώσεις, να προτιμά αρρώστιες παρά υγεία. Από την υγεία του είναι χρεώστης, ενώ από την αρρώστια, όταν την αντιμετωπίζει με υπομονή, έχει να λάβει. Όταν ήμουν στο Κοινόβιο, είχε έρθει μια φορά ένας άγιος Επίσκοπος, πολύ γέρος, ονόματι Ιερόθεος, που ασκήτευε στην Σκήτη της Αγίας Άννης. Την ώρα που έφευγε, όπως πήγε να ανέβει στο ζώο, τραβήχτηκε το παντελόνι του και φάνηκαν τα πρησμένα του πόδια. Οι Πατέρες που πήγαν να τον βοηθήσουν, τα είδαν και τρόμαξαν. Εκείνος το κατάλαβε και τους είπε: «Αυτά είναι τα καλύτερα δώρα που μου έδωσε ο
Θεός.
Τον παρακαλώ να μη μου τα πάρει»

 

 

 

Πέμπτη, 26 Ιούλιος 2012 16:02

Γράφει ο Σάββας Αλεξάνδρου- Θεολόγος

Είναι γεγονός αναντίλεκτο πως ο πόνος αποτελεί μια βασική πτυχή της ζωής του μεταπτωτικού ανθρώπου και συνυφαίνεται με το διφυές της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο Μέγας Βασίλειος, δίνοντας τη διάσταση και το διφυές του ανθρώπινου προσώπου, παρατηρεί: «΄Ανθρωπος εστίν νους και προσφόρως τη πρεπούση σαρκί ενδεδυμένος». Δηλαδή ο άνθρωπος είναι κράμα υλικό και πνευματικό.

Η υλική του υπόσταση συνδέεται με το σώμα ενώ η πνευματική του υπόσταση με την ψυχή, η οποία κατά το μεγάλο αυτόν Πατέρα της Εκκλησίας μας «Νοερά ουσία εστίν». Υπ’ αυτήν την έννοια, έχουμε δύο είδη πόνου, το σωματικό και τον ψυχικό. 
Κατά την Πατερική Γραμματεία: «Μηδενός των ανθρώπων ο βίος όλος μακάριος εστίν». Δηλαδή κανενός ανθρώπου η ζωή δεν ταυτίζεται απόλυτα με την ευτυχία. Περισσότερες είναι οι λύπες και ο πόνος παρά οι χαρές. Άλλωστε, μην ξεχνούμε πως το κλάμα είναι η πρώτη επαφή του ανθρώπου με τον κόσμο μόλις γεννηθεί.

Για τους Πατέρες της Ανατολής, μόνο ο Τριαδικός Θεός ως απαθής στέκει πιο πάνω από τον πόνο. Λέει γι’ αυτό ο Μέγας Βασίλειος: «Το γαρ δια παντός ευ πράττειν μόνο Θεού εστίν».

Πρέπει να τονίσουμε πως η Πατερική σοφία ασφαλώς δεν επικροτεί τον πόνο αλλά προσδίδει σ’ αυτόν, όταν αντιμετωπίζεται θεοπρεπώς, σωτηριολογικές προεκτάσεις. Μ’ αυτό το σκεπτικό ο Ιερός Χρυσόστομος αναφέρει: «Τίποτε δεν αποδιώχνει την πονηρία και τις μικρότητες, όπως ο πόνος και η αρρώστια, γιατί καταφέρνουν να μαζέψουν το νου του ανθρώπου που σκορπίζεται στα υλικά και εφάμαρτα πράγματα και να τον στρέψουν προς τον εαυτό του και σε τελευταία ανάλυση, να τον οδηγήσουν προς το Θεό του».

Ο άνθρωπος λοιπόν που πονεί, που είναι άρρωστος, είναι σε θέση να φιλοσοφεί σωστά τη ζωή και να ιεραρχεί τις αξίες της, κάτι που πολλές φορές αδυνατεί να κάνει ο άνθρωπος, ο άσχετος με τον πόνο και την αρρώστια, που έχει την ψευδαίσθηση πως είναι αιώνιος πάνω στη γη και κατατρύχεται από τα πάθη, τις αδυναμίες και τις μικρότητες. ΄Ετσι, κατά τον ΄Αγιο Μάξιμο τον Ομολογητή: «Πολλές φορές ο Θεός επιτρέπει τον πόνο στη ζωή μας για να εμβαθύνομε στο αληθινό και ουσιώδες νόημά της και να μάθουμε να απορρίπτουμε τα δευτερεύοντα και επουσιώδη».

Ο πόνος και στις δύο διαστάσεις του, είτε ως σωματικός, είτε ως ψυχικός, θεωρείται από τους Πατέρες της Εκκλησίας ως όρος απαραίτητος για τη μόρφωση και την καλλιέργεια των αρετών από τον άνθρωπο. Ο ΄Αγιος Διάδοχος ο Φωτικής, ένας μεγάλος φιλοκαλικός πατέρας, σημειώνει: «Ο άνθρωπος εάν μη δια πόνου δοκιμασθεί, ου δύναται χωρήσαι τη σφραγίδι της του Χριστού αρετής».

Στην Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία μας ο πόνος και οι θλίψεις θεωρούνται ως «χαλινός, χαλινούν το ανθρώπινο φύσημα» δηλαδή κατά τη θεολογία του Αγίου Ιωάννη του Καρπάθιου, στον οποίο ανήκει η πιο πάνω θέση, ο πόνος ταπεινώνει τον άνθρωπο, φυγαδεύει την αλαζονεία και την έπαρση και καθιστά το ανθρώπινο πρόσωπο δεκτικό της Θείας Χάριτος.

Σάββα Αλεξάνδρου Θεολόγου
Βοηθού Διευθυντή Α΄ Λανιτείου Λυκείου Β’