Κυριακάτικα Κυρήγματα

 

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ

Κυριακὴ τοῦ ΑΣΩΤΟΥ

 

   Ὅσοὁἄνθρωποςεὶναιναρκωμένοςἀπὸτὸμεθύσιτὴςναρκισσιστικῆςαὐτοαποθεώσεως, δηλαδὴ«...διεσκόρπισετὴνοὐσίαναὐτοὺ, ζῶνἀσώτως», δὲνβιώνειἄμεσατὴνὀδύνητῆςὑπαρξιακῆςτουμοναξιᾶς, ἄνκαὶὑφίσταταιἔμμεσατὶςσυνέπειέςτηςμὲτὴμορφὴτῶνσωματικῶνσυμπτωμάτωνἤτῶνδιαπροσωπικῶνδυσκολιῶν. Μόλις ἀπαλλαγεῖ ὅμως ἀπὸ τὴ νάρκη τῆς αὐτοαποθεώσεως, «Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθών», βιώνει βαθιὰ αὐτὴ τὴν ὁδύνη καὶ διαπιστώνει ὅτι βρισκεται σὲ μιὰ κατάσταση ἐξορίας, μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ πατέρα του, τὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας. «Ὅ, πόσων ἀγαθῶν ὁ ἄθλιος ἐμαυτὸν ἐστέρησα. Ὁποίας βασιλείας ἐξέπεσα ὁ ταλαίπωρος ἐγὼ» (δοξαστικὸ Ἐσπερινοῦ Κυριακῆς Ἀσώτου).

   Ὅταν ὁ ἄνθρωπος κάνει αὐτὴ τὴ διαπίστωση, ἀναπότρεπτα θὰ αἰσθανθεῖ τὴν ἀνάγκη τὴς ἐπιστροφῆς καὶ θὰ πεῖ σὰν τὸν ἄσωτο γιὸ τῆς παραβολῆς, «ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου». «Ὅς ὁ ἄσωτος υἱὸς ἦλθον κἀγὼ οἰκτίρμον, ὁ τὸν βίον ὅλον δαπανήσας ἐν τῆ ἀποδημία ἐσκόρπισα τον πλοῦτον ὅν δέδωκάς μοι, Πάτερ, δέξαι με, πάτερ, μετανοοῦντα, ὁ θεὸς καὶ ἐλέησόν με» (Αἶνοι Κυριακῆς Ἀσώτου). Εἶναι αὐτὴ ἡ βαθιὰ συναίσθηση τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν ἀποξένωσή του ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς του, τὸ Θεό, ποὺ ὁνομάζουμε μετάνοια.

   Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἠ μετάνοια ἔχει αὐτὲς τὶς βαθιὲς ὑπαρξιακὲς διαστάσεις γι’ αὐτὸ ἀκοῦμε συχνὰ τοὺς ἁγίους νὰ παραπονοῦνται ὅτι δὲν ἔχουν μετάνοια. «Οὐκ ἔχω μετάνοιαν, οὐκ ἔχω κατάνυξιν, οὐκ ἔχω δάκρυον παρακλητικὸν τὰ ἐπανάγοντά με, τέκνα, εὶς ἰδίαν κληρονομίαν», ὅπως λέει ὁ συγγραφέας τοῦ κανόνα στὸν Ἱησοῦ Χριστό. Καὶ ὁ ἀββᾶς Σισώης ποὺ ἔζησε μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ χύνοντας καυτὰ δάκρυα μετανοίας, ἔτσι ποὺ νὰ αὐλακώσει τὸ πρόσωπό του, ὅταν ἔφθασε ἡ στιγμὴ τοῦ θανάτου ζητοῦσε ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἁγίους περισσσότερο χρόνο γιὰ νὰ μετανοήσει κι ὅταν οἱ μαθητές του ἀπόρησαν λέγοντας: «Γέροντα, ἐσὺ ζητᾶς καιρὸ γιὰ νὰ μετανοήσεις ποὺ γνώρισες τόσο πολὺ καὶ τόσο καλὰ τὴ μετάνοια; - Μόλις τώρα ἀρχίζω νὰ γνωρίζω τὴ μετάνοια» ἀπάντησε ὁ ἅγιος ἀββᾶς.

   Εἶναι πραγματικὰ πολὺ δύσκολο νὰ ἐπιτύχει ὁ ἄνθρωπος αὐτὴ τὴν πραγματικὴ μετάνοια, ὄταν ὅμως τὴν ἐπιτύχει δὲν τοὺ χρειάζονται πιὰ τὰ πνευματικὰ μέσα ποὺ χρησιμοποιεῖ ἡ Ἐκκληςία, κυρίως γιὰ νὰ καλλιεργήσει καὶ νὰ ἀναπτύξει τὴ μετάνοια μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ πιστοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ποιμὴν δὲν ἔρχεται σὲ ἀντίφαση μὲ τὸ Πηδάλιο ἤ τοὺς Κανόνες, μὲ τὶς ἀπόψεις ποὺ διατυπώνει στὸ ἀκόλουθο περιστατικό: «Ἀδελφὸς ἠρώτησε τὸν ἀββᾶν Ποιμένα, λέγων: Ἐποίησα ἁμαρτίαν μεγάλην, καὶ θέλω μετανοήσαι τρία ἔτη. Λέγει αὐτῶ ὁ Γέρων: πολύ εστιν. Καὶ εῖπε αὐτῶ ὁ ἀδελφός. Ἀλλὰ ἔως ἐνιαυτοῦ; Καὶ εῖπε πάλιν ὁ Γέρων: πολύ ἐστιν. Οἱ  δὲ παρόντες ἔλεγον: ἕως τεσσαράκοντα ἡμερῶν; καὶ πάλιν εῖπε :πολύ ἐστιν. Εῖπε δὲ, ἐγώ λέγω, ὅτι ἐάν ἐξ ὅλης καρδίας μετανοήση ἄνθρωπος, καὶ μὴ προσθὴ ἔτι ποιεῖν τὴν ἁμαρτίαν, καὶ εἰς τρεῖς ἡμέρας δέχεται αὐτὸν ὁ Θεός» (Μigne65, 323).

   Πραγματικά, στὴν παραβολὴ ὁ πατέρας δέχεται ἀμέσως τὸν ἄσωτο χωρὶς ἐπιφυλάξεις, χωρὶς ὅρους, χωρὶς κυρώσεις, χωρὶς οὔτε κὰν ἐπιπλήξεις, ἀλλὰ μὲ χαρὲς καὶ γλέντια καὶ χοροὺς «Πάλιν τῆς οἰκείας δόξης χαρίζεται τὰ γνωρίσματα καὶ μυστικὴν τοῖς ἄνω ἐπιτελεῖ εὐφροσύνην» (στιχηρὸ Ἐσπερινοῦ Κυριακῆς Ἀσώτου).

   Ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν κάποια γεύση μετάνοιας ἔτσι κι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν κάποια, ὅσο κι ἄν εἶναι ἐλάχιστη, γεύση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στῆν καρδιά τους.

   Ἔτσι τὸν ἀναστημένο Χριστὸ θὰ συναντήσουμε τόσο, ὅσο ἔχουμε νιώσει αὐτὸ τὸ βαθὺ ὑπαρξιακὸ αἴσθημα τῆς ἀποξενώσεως καὶ τῆς ἀποδημίας ἀπὸ τὸ πατρικὸ σπίτι, ἀπὸ τὸν παράδεισο τῆς τρυφῆς.

Ὑπάρχει καὶ ἡ ἄλλη σκληρὴ  πραγματικότητα. Συχνὰ οἱ ἐπιστροφὲς δὲν γίνονται ἀποδεκτὲς. Ἡ πατρικὴ οἰκία καὶ ἀγκάλη εἶναι ἐρμιτικὰ κλειστὲς καὶ ἡ μορφὴ τῆς ἀσωτίας κορυφώνεται στὴν ἀποπομπὴ καὶ τὴν τραγικὴ  ἀπόρριψη. Πολλὲς φορὲς οἱ κοινωνίες, ἐδιαίτερα οἱ ἐνάρετες, εἶναι κλειστές. Ἡ ἀγκάλη τοῦ πατέρα τῆς παραβολῆς, ὅμως εἶναι ἀνοιχτή. Συνεχίζει νὰ ἀγαπᾶ, ἐλπίζει καὶ προσμένει. Αὐτὸ εἶναι  τὸ ζητούμενο καὶ τὸ θαυμαστὸ τῆς παραβολῆς. Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ κατανόηση τοῦ πατέρα εἶναι πρόσκληση διαρκείας γιὰ ἐπιστροφή. Ἡ ἀγάπη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπὸ τὰ μεγάλα δεδομένα τῆς ζωῆς. Αὐτὸ ποὺ ἀναμένεται πλέον εἶναι ἡ δικιά μας μετάνοια καὶ ἐπιστροφή.

12.02.2012            Ἀπὸ τὸν πατέρα Π. Γκέζο    πηγὲς: Γ. Πατρώνος

Κυριακή Ι’ Λουκἀ

 

Θα λέγε κάποιος, πως ακούσαμε ένα ακόμη θαύμα του Χριστού. Όμως μέσα σ’ αυτό το θαύμα κρύβετε μια ολόκληρη διεργασία της αγάπης του Θεού και της καρδιακής ανταποκρίσεως του ανθρώπου σ’ αυτό το θαύμα που κάνει.

 

Αυτή η περικοπή, που ακούσαμε πριν από λίγο προσδιορίζει βαθιές καρδιακές διεργασίες, που είναι ανοιχτές και για μας φυσικά, για τη λειτουργία του δρόμου του θαύματος, που εμείς το καταλαβαίνουμε σαν κάποιο έκτακτο γεγονός μετά από το οποίο γίνετε κάτι ξαφνικά επάνω μας.

Προσέξτε  τις λεπτομέρειες της περικοπής. Εδώ προσδιορίζεται πάρα πολύ συγκεκριμένα, σχεδόν με τρεις λέξεις, το είδος της αρρώστιας της γυναίκας. Λες και γράφει κάποιος ένα ιατρικό δελτίο. Λέει: «ἦν συγκύπτουσα καὶ μὴ δυναμένη ἀνακῦψαι εἰς τὸ παντελές». Και θέλει κάτι να προκαλέσει ο Ευαγγελιστής Λουκάς για τη διεργασία της βαθειάς ερμηνείας του κειμένου.

Από ότι ερμηνεύουν οι πατέρες, μέσα στην καρδιά της γυναίκας, παρότι εξωτερικά ακίνητης, λειτουργείται μια πολύ βαθειά καρδιακή κίνηση προς τον Χριστό.  Η κίνηση αυτή είναι δυνατό να γίνει αντιληπτή μόνο με έναν τρόπο ησυχαστικό, βαθειά νηπτικό, ασκητικό κι’ αυτή η γυναίκα πολύ μυστικά, πολύ κρυφά, ασκήθηκε σ’ αυτήν την κίνηση προς το Χριστό.  Ούτε διαμαρτυρείται για την αρρώστια, ούτε περιγράφει την αρρώστια, δεν κάνει τίποτα παρά μόνο καταλήγει στο να εμφανιστεί αυτό το μυστικό στοιχείο που έχει πάνω της δοξολογώντας το Θεό.  Καμία άλλη κουβέντα.

Εκρήγνυται όλη αυτή η εσωτερική κίνηση σε μία δοξολογία και έρχεται ένα πρώτο βασικό συμπέρασμα μέσα από την πορεία της περικοπής, ότι η βαθειά εσωτερική κίνηση ορίζει τα πράγματα και τη ζωή μας.  Μετά, ο Χριστός ανταποκρίνεται σ’ αυτή μας την κίνηση, με ένα μυστικό τρόπο, έστω με μια φωνή: «προσεφώνησε καὶ εἶπεν αὐτῇ».

Ο αρχισυνάγωγος όμως είναι αγανακτισμένος που ο Ιησούς έκανε τη θεραπεία το Σάββατο. Όλοι αυτοί έτσι τα βλέπουν τα πράγματα.  Μια ανάλυση, μια λογοκρατία, που είναι ουσιαστικά μια ακινησία για τη λύση των προβλημάτων του κόσμου. Όλη αυτή η δεδηλωμένη αναζήτηση με ένα νομικίστικο τρόπο, με λόγια, με εκφράσεις, με φιλοσοφίες για το τι θα γίνει με τον κόσμο, είναι μια δαιμονιώδης κίνηση που παλινδρομεί συνεχώς και δεν καταλήγει πουθενά. Μια συνεχής αναζήτηση. Αυτό κάνει ο περίγυρος. Αυτή η πληθωρική κίνηση του περίγυρου, ουσιαστικά έχει μια νεκρή ακινησία. Ο κόσμος γύρω βλέπει το θαύμα που κάνει ο Χριστός, χαίρει χωρίς να προσδιορίζει τι έγινε. Ξέρει ότι κάτι έγινε. Είναι πολύ βαθειά μυστικό μυστήριο, δεν γνωρίζει.

Το να πεις πως η γνώση της Αγίας Γραφής μπορεί να μας προστατεύσει από τη δύναμη του κακού είναι μια ακραία αίρεση που εμφανίζεται σε κάθε εποχή. Η διανοητική γνώση για το Θεό και τον άνθρωπο, για τη διδασκαλία του Χριστού, για την Εκκλησία και την ιστορία της, είναι καλή και απαραίτητη για τη χριστιανική ζωή, αλλά με κανένα τρόπο δεν αποτελεί υποκατάστατο της σχέσης με τον Χριστό και της ενέργειας του Πνεύματός Του σε μας. Όπως χαρακτηριστικά φαίνεται στην θεραπεία που ακούσαμε σήμερα.

Η Εκκλησία προσδίδει τρόπους και αυτοί οι τρόποι χαράζουν ένα βαθύ μυστήριο. Λέει μετάνοια, λέει νηστεία, λέει αυτά που λέει. Μέσα σ’ αυτούς τους τρόπους υπάρχει μια ολόκληρη σιωπηλή κίνηση προς τον Χριστό, που καταργεί οποιαδήποτε διαμαρτυρία, οποιαδήποτε ανάλυση του πως και του γιατί, του έτσι και του αλλιώς. Και καταλήγει αυτή η κίνηση προς το Χριστό και γίνετε απλώς μια δοξολογία. Στις χαρές και στις λύπες όλα είναι δοξολογία και ο Χριστός ανταποκρίνεται μυστικά.

Αυτή λοιπόν η αντιπαραβολή της κίνησης και της ακινησίας ορίζει πραγματικά και μπορεί πραγματικά να δώσει νόημα στην συνεχώς ταραγμένη και κινούμενη αναζητούσα εποχή μας. Η ορθόδοξη ζωή έχει αυτήν τη βαθειά κίνηση και τότε όταν την βρεις και μιλάς και σωπαίνεις.  Είσαι στο Χριστό κοντά. Οπότε ακολουθείς αυτήν την πορεία ζώντας στην ορθοδοξία, κάνεις αυτή τη βαθειά σιωπηλή κίνηση από την οποία κρίνεται όλη η ζωή μας και τότε ο Χριστός ανταποκρίνεται και εμείς πια, δοξολογούμε τον Θεό. 

Ευχόμαστε λοιπόν αυτό τον μυστικό τρόπο της αναιρέσεως της δυναμικής του κόσμου, έτσι να τον ζήσουμε και τότε πραγματικά θα βρούμε το κάλος των προτάσεων της ορθοδόξου παραδόσεως μας.

 04-12-2011                                   Από το π. Παναγιώτη Γκέζο

Πηγές: πατήρ Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος

 

Χριστός Ανέστη!

Αληθώς ανέστη!

 

Τεσσαρακοστή

                                                                                                           

Η έκφραση «Χριστός ανέστη!» (Ο Χριστός αναστήθηκε!) αποτελεί τον περισσότερο διαδεδομένο χαιρετισμό μεταξύ των Ορθόδοξων Χριστιανών που λέγεται από το Πάσχα, δηλαδή την εορτή της Ανάστασης του Χριστού, και για σαράντα ημέρες, δηλαδή μέχρι την απόδοση του Πάσχα, την Τετάρτη της παραμονής του εορτασμού της εορτής της Αναλήψεως. Η έκφραση αυτή που προέρχεται από ευαγγελική ρήση, αποτελεί και την αρχή του γνωστότερου αναστάσιμου τροπαρίου που λέγεται κατά την ίδια περίοδο:
Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας
και τοις εν τοις μνήμασιν, ζωήν χαρισάμενος